6976463300

2108824000

 

 

Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά (Νόμος 3869/2010)

  

Το Δικηγορικό γραφείο «Δημήτρης Αναστασόπουλος & Συνεργάτες» εξειδικεύεται στο νόμο 3869/2010 (νόμος Κατσέλη) που αφορά σε υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα με μεγάλο αριθμό επιτυχημένων δικαστικών αποφάσεων διαγραφής χρέους δανειοληπτών και ρύθμισης των οφειλών τους. Πολλές αποφάσεις του γραφείου μας έχουν απασχολήσει τη δημοσιότητα για την πρωτοτυπία τους και τα μεγάλα ποσοστά διαγραφής οφειλών. Ενδεικτικά, παραθέτουμε τις εξής:

 

Απόφαση διαγραφής 402.504,79 ευρώ. Συνέντευξη στο news247.

Απόφαση διαγραφής 520.000 ευρώ. Συνέντευξη στο newsbeast.

Απόφαση διαγραφής 376.359,16 ευρώ. Συνέντευξη στη lawnet.

Απόφαση διαγραφής 367.893, 24 ευρώ. Συνέντευξη στο Πρώτο Θέμα της Κυριακής.

Για περισσότερες αποφάσεις πατήστε εδώ.

 

Ο τροποποιημένος νόμος Κατσέλη, ο οποίος είναι σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2016, εντάσσει ένα νέο πολύπλοκο τρόπο υπολογισμού της μηνιαίας δόσης που θα υποχρεούται να καταβάλει ο δανειολήπτης προς τις Τράπεζες προκειμένου να διασώσει την κύρια κατοικία του, εφόσον βεβαίως η αίτησή του για υπαγωγή γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. Υπαγωγή στο νόμο Κατσέλη δεν σημαίνει απαραίτητα και διάσωση της κύριας κατοικίας, αφού το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη εισοδηματικά κριτήρια αλλά και την αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας του δανειολήπτη.

Προκειμένου λοιπόν να διασωθεί η κύρια κατοικία ο δανειολήπτης θα υποχρεούται βάσει της δικαστικής απόφασης να καταβάλλει συνολικά σε μηνιαίες δόσεις προς τις Τράπεζες το ποσό που θα έπαιρναν αν το ακίνητο έβγαινε στον πλειστηριασμό.

Ποιοι υπάγονται στις ρυθμίσεις του Νόμου;

Υπάγονται όλα τα φυσικά πρόσωπα, καταναλωτές και ελεύθεροι επαγγελματίες, με εξαίρεση τους εμπόρους.
Ειδικότερα υπάγονται οι απασχολούμενοι σε σχέση εξαρτημένης εργασίας (π.χ. ιδιωτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι), οι νοικοκυρές, οι εισοδηματίες, οι άνεργοι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες, εφόσον αυτοί δεν χαρακτηρίζονται έμποροι.

Υπάγονται τέλος όσοι ήταν έμποροι στο παρελθόν, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους.

Ποια χρέη αφορά;

Υπάγεται κάθε χρέος από οπουδήποτε και αν προέρχεται. Τα χρέη που δεν υπάγονται διακρίνονται σε τρείς κατηγορίες:

Πρώτη κατηγορία: Χρέη που αναλήφθηκαν από τον οφειλέτη το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αιτήσεως στο Ειρηνοδικείο. Δεν θεωρούνται αναλήψεις οφειλών οι ρυθμίσεις των δανείων.

Δεύτερη κατηγορία: Χρέη που προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο. (για παράδειγμα δικαστική απόφαση για αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης).

Τρίτη κατηγορία: Διοικητικά πρόστιμα (Τροχαία, Εφορία κλπ), χρηματικές ποινές (Ποινικά Δικαστήρια), φόροι και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εισφορές σε Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως (Ι.Κ.Α, Τ.Ε.Β.Ε., Ο.Γ.Α. κ.λπ. )

Για τις αιτήσεις που κατατέθηκαν μετά τις 14/8/2015 υπάγονται πλέον οι: 

  1. Βεβαιωμένες οφειλές προς την Φορολογική διοίκηση σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής διαδικασίας (ΚΦΔ), Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων ( ΚΕΔΕ) και τον Τελωνειακό Κώδικα.
  2. Βεβαιωμένες οφειλές προς οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) α΄ και β΄ βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών.
  3. Ασφαλιστικές εισφορές προς Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης.

ΠΡΟΣΟΧΗ : Υποχρεωτικά οι οφειλές αυτές δεν επιτρέπεται να συνιστούν το σύνολο των πιστωτών . Πρέπει να υπάρχει στη ρύθμιση τουλάχιστον ένας ιδιώτης.

Δεν υπάγονται οφειλές που συνιστούν ποινικό αδίκημα, για παράδειγμα η μη πληρωμή χρέος προς το Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ εφόσον το χρέος υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ ή χρέος από ΦΠΑ για ποσό μεγαλύτερο των 50.000 ευρώ ή εικονικό ή πλαστό τιμολόγιο για ποσό πάνω των 75.000 ευρώ.

Πότε οι οφειλέτες μπορούν να υπαχθούν σε ρύθμιση;

Όταν έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών χωρίς δόλο. 

Η διαδικασία αρχίζει με την κατάθεση αίτησης στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου της κατοικίας του δανειολήπτη συνοδευόμενη από α) τα έγγραφα που απαιτούνται βάσει του νόμου και β) υπεύθυνη δήλωση του οφειλέτη όσον αφορά την ορθότητα του περιεχομένου της αιτήσεώς του.

Η αίτηση πρέπει να αναφέρει α) την περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και του συζύγου και τα πάσης φύσεως εισοδήματα τους β) τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους, αναλυόμενες κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, όπως επίσης τα τυχόν βάρη επί του ακινήτου, το επιτόκιο των δανείων και το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης  γ) τυχόν μεταβιβάσεις εμπράγματων δικαιωμάτων  επί ακινήτων την τελευταία τριετία, δ) τυχόν αίτημα για διαγραφή των χρεών του ή σχέδιο διευθέτησης των οφειλών, με εύλογο τρόπο και σύμφωνα με τα συμφέροντα των πιστωτών, την περιουσία, τα εισοδήματα και τις δαπάνες διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειας  του και την προστασία της κύριας κατοικίας του.

Επισήμανση: Ο οφειλέτης μπορεί να αξιοποιήσει τον νόμο για τη ρύθμιση χρεών και απαλλαγή μόνο για μία φορά στη ζωή του 

Ποια είναι η διαδικασία για την υπαγωγή στον Νόμο;

  1. Κατάθεση αίτησης στο Ειρηνοδικείο με όλα τα απαιτούμενα έγγραφα και την υπεύθυνη δήλωση
  2. Με την παραλαβή της αιτήσεως και των εγγράφων η γραμματεία προβαίνει εντός δύο ημερών σε τυπικό έλεγχο αυτής και ανοίγεται φάκελος στο όνομα του οφειλέτη.

  3. Εφόσον δεν διαπιστώθηκε κάποια έλλειψη τότε προσδιορίζεται η συζήτηση της αιτήσεως υποχρεωτικώς εντός 6 μηνών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της κατάθεσης.

    Εάν διαπιστώθηκε κάποια έλλειψη τότε πρέπει να γίνει η συμπλήρωση εντός 15 ημερών από τη λήψη σχετικής πρόσκλησης, με την δυνατότητα παράτασης μέχρι δύο μηνών, άλλως η αίτηση τίθεται στο αρχείο.

  4. Η ημέρα επικύρωσης προσδιορίζεται εντός δύο μηνών από την ολοκλήρωση της κατάθεσης και μέχρι την συζήτηση της απαγορεύεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη.

  5. Η επίδοση της αίτησης γίνεται εντός 15 ημερών από την ολοκλήρωση της αίτησης στους πιστωτές και τους εγγυητές.

  6. Συζήτηση του προδικαστικού συμβιβασμού.

  7. Συζήτηση της αιτήσεως στο Ειρηνοδικείο για την υπαγωγή στη ρύθμιση.

Τι κάνω από την κατάθεση της αίτησης; Πληρώνω τα δάνεια μου;

Ο νόμος θέτει στον δανειολήπτη την υποχρέωση να καταβάλλει προς τους πιστωτές του ποσό ίσο με το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης των δανείων του έως την ημέρα επικύρωσης του προδικαστικού συμβιβασμού ή έκδοσης προσωρινής διαταγής. Εφόσον βέβαια κάποιος είναι άνεργος αυτό σημαίνει πως δεν δύναται να καταβάλλει κανένα ποσό. Η περιουσία του σε κάθε περίπτωση, εφόσον έχει γίνει δεκτό το αίτημα της προσωρινής διαταγής για την προστασία της κατοικίας του, δεν κινδυνεύει.

Τι θα γίνει στο Δικαστήριο;

Η διαδικασία είναι συνήθως σύντομη και εξετάζονται συγκεκριμένα πράγματα. Το βασικό είναι να προκύπτει η ανυπαίτια αδυναμία του οφειλέτη και τα περιουσιακά στοιχεία με τις εμπορικές τους αξίες προκειμένου να κρίνει ο δικαστής τι δύναται και οφείλει να αποπληρώσει ο οφειλέτης. Σίγουρα όλη η δουλειά έχει γίνει με την σύνταξη του δικογράφου που περιέχει πλήθος πληροφοριών που θα βοηθήσουν τον δικαστή να έχει μια σαφή εικόνα για την συγκεκριμένη υπόθεση. Η απόφαση δεν βγαίνει εκείνη την στιγμή αλλά συνήθως τουλάχιστον μετά από τέσσερις μήνες από την ημερομηνία δικασίμου.

Τι τελικά θα πρέπει να πληρώσω όταν βγει η απόφαση για να διασώσω την κατοικία μου και να απαλλαγώ από το υπόλοιπο των οφειλών μου;

Εξαρτάται πάντα από την περίπτωση και τις ειδικότερες περιστάσεις. Καμία υπόθεση δεν είναι ίδια με την άλλη. Υπάρχει όμως ένα γενικό πλαίσιο που μπορούμε να πιθανολογήσουμε τι θα κρίνει το Δικαστήριο. Αυτό εξαρτάται από το ύψος του δανεισμού, την εμπορική αξία της κατοικίας του δανειολήπτη και τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία. Για τις αιτήσεις που κατατίθενται μετά την 1/1/2016 υπάρχουν εισοδηματικά και φορολογικά κριτήρια προκειμένου να διασωθεί η κύρια κατοικία.  

Το μηναίο εισόδημά του δανειολήπτη δεν πρέπει να ξεπερνά συνολικά: ( α) για άγαμο τις 1.159,4 ευρώ, β) για ζευγάρι τις 1972 ευρώ, γ) για ζευγάρι με ένα παιδί τις 2448 ευρώ και δ)για ζευγάρι με δύο παιδιά τις 2924 ευρώ) και η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας του δεν υπερβαίνει ομοίως μια ελάχιστη αξία ( α) για τον άγαμο τις 180.000 ευρώ, β) για τον έγγαμο τις 220.000 ευρώ και γ) με προσαύξηση κατά 20.000 ευρώ ανά παιδί και μέχρι 3 παιδιά)

H απόφαση του Ειρηνοδικείου θα υποχρεώνει τον δανειολήπτη, προκειμένου να σώσει το σπίτι του να καταβάλλει κάθε μήνα προς τις Τράπεζες δόση το ανώτερο για είκοσι χρόνια. Στο διάστημα αυτό θα πρέπει να έχει καταβάλλει συνολικά το ποσό που θα ελάμβαναν οι Τράπεζες σε περίπτωση που έβγαζαν την κύρια κατοικία του δανειολήπτη στον πλειστηριασμό. 

Η παραπάνω φράση δημιούργησε πολλές αμφιβολίες ως προς την διαδικασία που θα ακολουθηθεί από τα Δικαστήρια προκειμένου να υπολογιστεί το ποσό αυτό καθώς και για το αν τελικά θα είναι εφικτή η διάσωση των κατοικιών των δανειοληπτών που θα ενταχθούν στον νόμο Κατσέλη αφού πλέον υπαγωγή στον Νόμο δεν θα σημαίνει απαραίτητα και διάσωση της κύριας κατοικίας. Δηλαδή κάποιος θα μπορεί να ενταχθεί στον νόμο υπό αυστηρές προϋποθέσεις αλλά μόνο εάν πληροί τα παραπάνω εισοδηματικά και φορολογικά κριτήρια  θα διασώζει την κύρια την  κατοικία του.  Η διαδικασία του υπολογισμού του ποσού αυτού, οι προϋποθέσεις  αλλά και η μηνιαία δόση που θα καταβάλλει ο δανειολήπτης διασαφηνίζεται με την υπ΄ αρ. 54/15-12-15 απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ( ΦΕΚ Β 2740/16-12-2015).

Σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση θα λαμβάνονται συνδυαστικά υπόψη τέσσερις παράμετροι προκειμένου να υπολογιστεί το ποσό που θα ελάμβαναν στον πλειστηριασμό οι Τράπεζες καθώς και η μηνιαία δόση που θα πρέπει να καταβάλλει ο δανειολήπτης.

ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗΣ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ
Θα υπολογίζεται αρχικά η τρέχουσα ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη, δηλαδή τι μπορεί να καταβάλλει κάθε μήνα ως δόση προς τις Τράπεζες. Βάση του υπολογισμού αυτού θα αποτελούν το συνολικό διαθέσιμο εισόδημα και οι δαπάνες διαβίωσης αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησής του.


ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗΣ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ

Στη συνέχεια θα υπολογίζεται η μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη, τι θα μπορεί να δίνει δηλαδή στο μέλλον ως μηνιαία δόση. Βάση του υπολογισμού αυτού θα αποτελεί το ποσό που προκύπτει από τον υπολογισμό της τρέχουσας ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη, σε κατ’ αρχήν σταδιακή προσαύξηση ποσοστού 5% ανά πενταετία.
Το ανωτέρω ποσοστό της προσαύξησης ανά πενταετία μπορεί να είναι ανώτερο ή κατώτερο του 5%:
(α) στην περίπτωση που βασίζεται σε προσδοκία μελλοντικής αύξησης ή σε εκτίμηση μελλοντικής μείωσης του εισοδήματος του οφειλέτη από οποιαδήποτε αιτία, εφόσον αυτή τεκμηριώνεται επαρκώς,
(β) στην περίπτωση που βασίζεται σε οικειοθελή δέσμευση του οφειλέτη να μειώσει τις δαπάνες διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του.
Θα λαμβάνονται επιπλέον ενδεικτικά υπόψη:
• το τρέχον επίπεδο δαπανών σε σχέση με τις εύλογες δαπάνες,
• η ηλικία του οφειλέτη,
• ο αριθμός και ηλικία των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του,
• τυχόν προβλήματα υγείας του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του,
• οι συνθήκες της αγοράς ή του κλάδου δραστηριότητας του οφειλέτη ή του εργοδότη αυτού.

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗΣ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ
Κατά τον υπολογισμό της μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη θα λαμβάνεται υπόψη το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο οι τυχόν μεταβολές στο εισόδημα ή στις δαπάνες του αναμένεται να επισυμβούν και η περίοδος που εκτιμάται ότι αυτές θα διαρκέσουν.
Εάν το σχέδιο διευθέτησης οφειλών περιέχει σταδιακά αυξανόμενες δόσεις αποπληρωμής, η ικανότητα αποπληρωμής υπολογίζεται μέχρι το χρονικό σημείο της ολοσχερούς εξόφλησης της συνολικής οφειλής.


ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΣΟΥ ΠΟΥ ΘΑ ΕΛΑΜΒΑΝΑΝ ΟΙ ΠΙΣΤΩΤΕΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ
Για τον προσδιορισμό του ποσού που θα ελάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση πλειστηριασμού θα ακολουθείται η εξής  διαδικασία:
(α) Ο πιστωτής ή οι πιστωτές, των οποίων οι απαιτήσεις είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια ή με προσημείωση υποθήκης, και σε περίπτωση έλλειψης τέτοιων πιστωτών, ο πιστωτής με την υψηλότερη απαίτηση κατά του οφειλέτη, θα καταθέτουν στον φάκελο του οφειλέτη εκτίμηση σχετικά με το εκτιμώμενο ποσό του πλειστηριάσματος, του ποσού δηλαδή που θα ελάμβαναν σε περίπτωση πλειστηριασμού, εντός έξι (6) μηνών από την κατάθεση της αίτησης του οφειλέτη. Η ανωτέρω εκτίμηση θα περιλαμβάνει και εκτίμηση της τρέχουσας εμπορικής αξίας του ακινήτου και μνεία του εκτιμώμενου ποσοστού απομείωσης αυτής λόγω της αναγκαστικής εκποίησης του ακινήτου καθώς και των εξόδων που συνδέονται με τον πλειστηριασμό.
(β) Ο οφειλέτης δικαιούται να καταθέσει στο φάκελο μέχρι τη συζήτηση της αίτησης του ενώπιον του δικαστηρίου αντίστοιχου περιεχομένου εκτίμηση από πιστοποιημένο εκτιμητή του κλάδου ακινήτων.

(γ) Οι ανωτέρω εκτιμήσεις θα αξιολογούνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Σε περίπτωση αποκλίσεων που επηρεάζουν καθοριστικά την έκβαση της απόφασης κι εφόσον ούτε ο πιστωτής, ούτε ο οφειλέτης προσκομίζουν μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης εκτίμηση από πιστοποιημένο εκτιμητή, θα ανατίθεται αυτή σε πιστοποιημένο εκτιμητή του κλάδου ακινήτων, από το δικαστή. Βάσει των κατατεθειμένων εκτιμήσεων το δικαστήριο θα προσδιορίζει στην απόφαση του το ποσό που θα ελάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση πλειστηριασμού.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Προκειμένου να κατανοηθεί καλύτερα η πολύπλοκη διαδικασία υπολογισμού που θα ακολουθούν τα δικαστήρια ας υποθέσουμε ότι ένας υπερχρεωμένος πολίτης έχει εισόδημα μηνιαίως 1500 ευρώ, ένα ανήλικο παιδί, συνολικές οφειλές προς Τράπεζες 150.000 ευρώ ενώ η εμπορική αξία της κύριας κατοικίας του ανέρχεται στα 150.000 ευρώ.  Τελικά, τι υποχρεούται να πληρώσει εάν υπαχθεί στο νόμο Κατσέλη και τι ποσό θα διαγραφεί;

Καταρχάς, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, πρέπει το οικογενειακό εισόδημα, αφού είναι έγγαμος με ένα παιδί να μην ξεπερνά τις 2448 ευρώ μηνιαίως  ενώ η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας να μη ξεπερνά τις 240.000 ευρώ (αφού για τον έγγαμο είναι 220.000 συν προσαύξηση 20.000 ευρώ για το ένα παιδί).

Εφόσον λοιπόν, υπάρχουν τα παραπάνω κριτήρια ο δικαστής θα υποχρεώσει τον δανειολήπτη για τα πρώτα 3 χρόνια να καταβάλλει μία μηνιαία δόση προς τις Τράπεζες η οποία θα προκύπτει βάσει των εύλογων δαπανών διαβίωσης. Σύμφωνα λοιπόν, με τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης  για ένα ζευγάρι με ένα παιδί οι μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης ανέρχονται στα 1.440 ευρώ. Επομένως το ποσό που μπορεί να καταβάλλει μηνιαίως ο αιτών είναι μόλις 60 ευρώ αφού το εισόδημά του είναι 1500 ευρώ (1500-1440=60). Επομένως για τα πρώτα 3 χρόνια θα καταβάλει συνολικά 2.160 ευρώ (36 μήνες Χ 60 ευρώ).

Το ερώτημα βεβαίως που γεννάται είναι αν ο υπολογισμός αυτός με τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης είναι δεσμευτικός για το Δικαστήριο.  Σε κάθε περίπτωση, είναι ενδεικτικός της μεθόδου υπολογισμού του ποσού της μηνιαίας δόσης κατά προσέγγιση. Εννοείται πως αν υπάρχουν και άλλοι σοβαροί λόγοι, όπως ιατρικά έξοδα, που να προκύπτουν από έγγραφα, αυτά πρέπει να συνεκτιμηθούν.

Για τα επόμενα 20 χρόνια (τα οποία μπορούν να φτάσουν μέχρι και τα 35 υπό προϋποθέσεις) ο δανειολήπτης θα πρέπει να καταβάλλει συνολικά για την διάσωση της κύριας κατοικίας του το ποσό που θα ελάμβαναν οι Τράπεζες αν το σπίτι έβγαινε στον πλειστηριασμό.

Αφού λοιπόν η εμπορική αξία του σπιτιού είναι 150.000 ευρώ σε έναν υποτιθέμενο πλειστηριασμό το ακίνητο θα είχε ως τιμή πρώτης προσφοράς τουλάχιστον τα 2/3 της εμπορικής του αξίας, σύμφωνα και με το άρθρο 954 παρ. 2 εδ. γ ΚΠολΔ.

Αν αφαιρέσουμε και τα έξοδα της εκτέλεσης τα οποία είναι περίπου 10.000 ευρώ, το ποσό που οι θα έπαιρναν οι Τράπεζες θα ήταν 90.000 ευρώ.

Το ποσό αυτό λοιπόν, πρέπει να πληρωθεί, ανεξαρτήτως αν έχει την δυνατότητα ή όχι ο δανειολήπτης, σε 20 χρόνια με 240 μηνιαίες δόσεις (240 μήνες= 20 χρόνια) εντόκως.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφέρουμε ότι η δόση μπορεί να αυξομειώνεται ανάλογα με την μελλοντική ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη, όπως προαναφέρθηκε. Ο σκοπός όμως της αυξομείωσης της δόσης είναι στο τέλος της χρονικής περιόδου των 20 ετών να έχει εξοφληθεί ολοσχερώς το ποσό των 90.000 ευρώ.

Αν διαιρέσουμε λοιπόν τις 90.000 ευρώ με τους 240 μήνες της ρύθμισης, το ποσό της μηνιαίας δόσης ανέρχεται στα 375 ευρώ για κεφάλαιο (90.000: 240 =375) συν τους τόκους.

Επομένως, για τα επόμενα 20 χρόνια ο δανειολήπτης θα καταβάλει συνολικά 90.000 ευρώ για κεφάλαιο συν τους αναλογούντες τόκους.

Συνοψίζοντας, η απόφαση θα ορίζει μηνιαίες καταβολές για τα επόμενα 23 χρόνια, υποχρεώνοντας τον δανειολήπτη να πληρώσει συνολικά 2.160 ευρώ τα πρώτα τρία χρόνια και αλλά 90.000 ευρώ εντόκως τα επόμενα 20 χρόνια. Επομένως η διαγραφή που θα έχει θα είναι ποσού 57.840 ευρώ.

 

Πώς καθορίζεται το επιτόκιο της ρύθμισης για την διάσωση της κύριας κατοικίας;

Η ρύθμιση της οφειλής για την διάσωση της κύριας κατοικίας μέχρι 35 έτη γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογο της ρύθμισης διάστημα, όπως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος και χωρίς ανατοκισμό.

 

Αν είναι κάποιος άνεργος και δεν μπορεί να καταβάλει κανένα ποσό;

Το δικαστήριο θα εκδώσει μια προσωρινή απόφαση με την οποία θα ορίζονται μηδενικές καταβολές και θα προσδιοριστεί νέα ημερομηνία δικασίμου για να επανεξεταστεί η υπόθεση. Εάν ο αιτών έχει βρει εργασία μέχρι τότε θα καθορίσει νέα μηνιαία δόση για το υπόλοιπο της ρύθμισης.

Αν όμως παραμένει άνεργος θα τον απαλλάξει πλήρως εάν δεν έχει σπίτι στο όνομά του ενώ εάν έχει, θα πληρώσει υποχρεωτικά το ποσό που θα έπαιρναν οι Τράπεζες σε έναν υποτιθέμενο πλειστηριασμό, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, σε διάρκεια που δεν θα ξεπερνά τα 35 χρόνια.

 

Είμαι εγγυητής σε ένα δάνειο και ο οφειλέτης έχει ήδη απαλλαγεί με τον Νόμο Κατσέλη ή απλά δεν πληρώνει το δάνειό του. Κινδυνεύω; Ευθύνομαι για το δάνειο;

Εφόσον στο δάνειο υπάρχει εγγυητής, ευθύνεται και αυτός για ολόκληρο το ποσό του δανείου, όπως και ο πρωτοφειλέτης. Επομένως, προκειμένου να απαλλαγεί και αυτός από το δάνειο αυτό πρέπει να κάνει αίτηση στο Ειρηνοδικείο για την υπαγωγή του στο νόμο Κατσέλη, συμπεριλαμβάνοντας και τα δικά του δάνεια, όπως ακριβώς περιγράφεται στα παραπάνω βήματα.

 

H αίτησή μου έγινε δεκτή, εκδόθηκε απόφαση με μηνιαίες καταβολές αλλά μερικούς μήνες μετά έχασα τη δουλειά μου. Τι μπορώ να κάνω;

Αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά, π.χ ανεργία ή μείωση του εισοδήματος, ο δανειολήπτης έχει τη δυνατότητα καταθέσει αίτηση μεταρρύθμισης της αποφάσεως ζητώντας αναπροσαρμογή των μηνιαίων δόσεων προς τα κάτω.