2108824000

 

 

Υπ΄ αρ. 5740/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Ακύρωση διαταγής πληρωμής. Μη εκκαθαρισμένη απαίτηση. Δεν είναι επιτρεπτός ο ανατοκισμός προμηθειών και εξόδων

Η υπ’ αριθμ. 5740/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών έκανε δεκτά τα εξής «Στην παράγραφο 3 του ν. 128/75 ορίζεται ότι «επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της τράπεζας της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος λογαριασμού, ανερχόμενη εις ποσοστόν ένα (1) της χιλίοις επί του μόνου ετησίου ύψους των εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ’ αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανομένων των πιστώσεων προς τράπεζας, ως και προς το δημόσιο, πλην των εντόκων γραμματίων. Η εισφορά αυτή οφείλεται πέραν των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των τραπεζών συμβάσεως, ως αυτή ετροποποιήθη και συνεπληρώθη, συμφωνηθεισών εισφορών». Στην παρ. 1 του ιδίου άρθρου, εξάλλου, στην οποία αναφέρονται τα προηγούμενα, προβλέπεται άνοιγμα κοινού λογαριασμού στην Τράπεζα της Ελλάδος για επιστροφή διαφορών τόκων σε εξαγωγικές επιχειρήσεις. Στην ίδια παράγραφο αναφέρεται ακόμη ότι ο λογαριασμός αυτός δημιουργήθηκε με σύμβαση μεταξύ των τραπεζών στις 19 Μαρτίου 1965 και αργότερα στις 30-1-1969 και εγκρίθηκε με τις αποφάσεις 1265/1962 και 1520/1969 της νομισματικής επιθτροπής, οι οποίες εγκρίθηκαν από το υπουργικό συμβούλιο. Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι η παραπάνω εισφορά δεν αποτελεί φόρο, προμήθεια ή έξοδο των τραπεζών, έτσι ώστε να είναι δυνατή η μετακύλιση της στους δανειολήπτες, αλλά προσαύξηση της συμβατικής μεταξύ των τραπεζών υποχρέωσης λόγω των προαναφερόμενων συμβάσεων που κατάρτησαν στις 19-3-1962 και 30-1-1969. Πέραν αυτού, στην παρ. 2 του άρθρου 22 του ν. 2515/1977, που ρυθμίζει την ίδια εισφορά στις περιπτώσεις των δανείων που χορηγούνται από πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού ορίζεται ότι «η εισφορά αυτή (ν. 128/75) επιβάλλεται και επί των δανείων σε δραχμές και συνάλλαγμα και των ισοδυνάμου αποτελέσματος συμβάσεων από πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι υπόχρεα προς υποβολή φορολογικής δήλωσης. Στην περίπτωση αυτή υπόχρεος προς απόδοση της εισφοράς είναι ο δανειοδοτούμενος.» Ο διαχωρισμός του νόμου είναι εύλογος στην περίπτωση αυτή, διότι τα πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού δεν δεσμεύονται από τις προαναφερόμενες συμβάσεις μεταξύ των τραπεζών, που αποτέλεσαν τη βάση της ρύθμισης. Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η εισφορά του ν. 128/75 βαρύνει τα κάθε είδους πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα και σε καμία περίπτωση τους δανειολήπτες πελάτες αυτών. Ο Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθμ. 430/2005 απόφασή του δέχθηκε ότι δεν απαγορεύεται, εντούτοις, η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής που ρυθμίζεται στο νόμο. Έτσι, είναι δυνατή η δια συμβάσεως η ανάληψη εκ μέρους τρίτου προσώπου της σχετικής υποχρεώσεως (361, 471 επ. Α.Κ.), όμως δεν μπορεί να γίνει λόγος για αναδοχή χρέους στην περίπτωση αυτή, αφού απαιτείται σύμβαση μεταξύ του δανειστή (Τράπεζα Ελλάδος) και του τρίτου, αλλά μόνο για απλή υπόσχεση ελευθερώσεως (478ΑΚ). Η σύμβαση, όμως αυτή είναι αιτιώδης, σε αντίθεση με την σωρευτική ή στερητική αναδοχή χρέους, σε κάθε περίπτωση δε υπόκειται σε έλεγχο μέσω των γενικών ρητών του ΑΚ, ιδίως των άρθρων 174 και 218. Έτσι, στην περίτπωση της εισφοράς του ν. 128/75 η συμφωνία ελευθερώσεως είναι άκυρη αν δεν προβλέπεται από τη σύμβαση αιτία επιδόσεως ως προς την συγκεκριμένη παροχή. Από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 του ν. 1083/1980 «περί αγοράς και πωλήσεως συναλλαγμάτος και ξένων τραπεζικών γραμματίων», προκύπτει ότι η νομισματική επιτροπή με αποφάσεις της δύναται να επιτρέπει τον εκτοκισμό των οφειλόμενων τόκων στα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα, χωρίς οποιονδήποτε χρονικό ή άλλο περιορισμό. Με βάση αυτήν την νομοθετική εξουσιοδότηση, εκδόθηκε η 289/30-10-1980 απόφαση της νομισματικής επιτροπής, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της κυβερνήσεως και έχει ισχύ νόμου (βλ. άρθρο 8 ν. 1083/1980), με την οποία ορίσθηκε ότι «ο εκτοκισμός των οφειλόμενων εις τα τράπεζας και τους λοιπούς πιστωτικούς οργανισμούς εν καθυστερήσει τόκων, δύναται να γίνεται από της πρώτης ημέρας καθυστερήσεως άνευ οιουδήποτε χρονικού ή άλλου περιορισμού», ενώ στο εδάφιο β’ της ίδιας αποφάσεως αναφέρεται ότι ο λόγος εκδόσεώς της είναι η αναγκαιότητα του εκτοκισμού των καθυστερούμενων τόκων αμέσως μόλις καταστούν απαιτητοί για την κάλυψη του αντίστοιχου εκτοκισμού των τόκων που οφείλουν οι τράπεζες στους καταθέτες τους και λοιπούς δανειστές τους. Με την διάταξη αυτή θεσπίστηκε εξαίρεση για τις τραπεζικές συναλλαγές, ως προς τους περιορισμούς που τίθενται από τις διατάξεις των άρθρων 296 του ΑΚ και 110 και 111 παρ. 2 του ΕισΝΑΚ. Κατά την έννοια δε της αποφάσεως αυτής της νομισματικής επιτροπής, ο κατ΄ εξαίρεση από τους περιορισμούς του ανατοκισμού «εκτοκισμών των εν καθυστερήσει τόκων» επιτρέπεται μόνο με την προϋπόθεση ότι τούτο έχει συμφωνηθεί από τα μέρη, εφ΄όσον δηλαδή ο οφειλέτης έχει αποδεχθεί με την πιστωτική συμβαση τον δυσμενή για αυτόν όρο κατά τον παραπάνω τρόπο ανατοκισμό των καθυστερούμενων τόκων (ΟλΑΠ 89/1998, ΣΕΕ 1988/177 επ. ). Το νομοθετικό αυτό καθεστώς έπαψε πλέον να ισχύει για τις νέες (μετά την θέση σε ισχύ του νόμου) τραπεζικές συμβάσεις (άρθρο 12 ν. 1601/1998). Σύμφωνα με την εξαίρεση αυτή, που θεσπίστηκε με την κυρωθείσα με νόμο απόφαση της νομισματικής επιτροπής, παρεχόταν στις τράπεζες και στα πιστωτικά ιδρύματα η ευχέρεια, στο πλαίσιο του επιτρεπτού κανόνα δικαίου που έθετε η διάταξη, να εκτοκίζουν δηλ. κατά τον χρησιμοποιούμενο αυτό οικονομικό όρο, να υπολογίζουν λογιστικώς τόκους επί καθυστερούμενων τόκων από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησής τους (βλ. για την έννοια του εκτοκισμού ΑΠ 1355/1998 ΕλλΔΝη 1999/287). Περαιτέρω, ο κατ’ εφαρμογήν των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 8 περ. 6 του ν. 1083/1980 και της αποφάσεως 289/1980 της νομισματικής επιτροπής ιδιαίτερος τρόπος ανατοκισμού των απαιτήσεων των τραπεζών εξακολουθεί να διέπει αυτές και μετά τον εξοπλισμό τους με δικαστική απόφαση ή άλλο εκτελεστό τίτλο, καθόσον και μετά τούτο οι οφειλόμενοι για την κύρια απαίτηση τόκοι εξακολουθούν να έχουν τον χαρακτήρα οφειλομένων σε πιστωτικά ιδρύματα τόκων, όπως ορίζει το άρθρο 8 παρ. 6 του ν. 1083/1980  και η προαναφερθείσα απόφαση της νομισματικής επιτροπής (ΑΠ 1782/2002 ΕλλΔΝη 2002/1430). Από τις παραπάνω ρητές διατάξεις του προϊσχύσαντος και του υφιστάμενου νομοθετικού καθεστώτος, δεν είναι επιτρεπτός ο ανατοκισμός προμηθειών και εξόδων. Κάθε αντίθετη σύμβαση είναι ευθέως αντίθετη στις παραπάνω διατάξεις, σε κάθε δε περίπτωση ελέγχεται μέσω των διατάξεων των άρθρων 174, 178, 179 ΑΚ. Ακόμη και με τελολογική ερμηνεία των σχετικών διατάξεων το συμπέρασμα είναι το ίδιο, αφού ενόψει του ότι η απόφαση της νομισματικής επιτροπής θεσπίζει εξαίρεση, πρέπει να ερμηνεύεται στενά (ΕφΛαμ 124/2007 Αρμ 2007).»

Αλλά και με την υπ’ αριθμ. 476/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας κρίθηκε ότι «η καθ’ ης καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης κάθε φορά που χρέωνε τόκους πάσης φύσεως κεφαλαιοποιούσε την εισφορά του ν. 128/75 και ανατόκιζε τα ποσά (αφού στο κάθε φορά προκύπτον υπόλοιπο κεφάλαιο υπολόγιζε τόκους (εκτοκισμός) περιέχοντες και ποσά εισφοράς του ν. 128/75, στο νέο δε προκύπτον εκάστοτε κεφάλαιο υπολόγιζε νέους τόκους περιέχοντες και εισφορά (εκτοκισμός και ανατοκισμός της εισφοράς). Ο παράνομος αυτός εκτοκισμός και ανατοκισμός των πάσης φύσεως τόκων προκύπτει ευθέως τόσο από το αντίγραφο λογαριασμού, αλλά και από τους όρους της σύμβασης. Έτσι, με βάση τα παραπάνω η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής επιδίκασε στην καθ’ ης απαίτηση, στην οποία περιλαμβάνονται και χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν στον παραπάνω παράνομο ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/75. Το ύψος όμως αυτής της παράνομης χρέωσης δεν μπορεί να προσδιορισθεί από τον τηρούμενο ελλιπώς λογαριασμό και εγγραφές από την καθ’ ης στο απόσπασμα του λογαριασμού με βάση το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, καθώς δεν προκύπτει από αυτό ούτε το επιτόκιο υπολογισμού των συμβατικών τόκων, ούτε των τόκων υπερημερίας που υπολογίσθηκαν οι τόκοι και προσαύξησε την παραπάνω εισφορά, με αποτέλεσμα να καθίσταται η απαίτηση ανεκκαθάριστη κατ’  άρθρο 624 του ΚΠολΔ. Η απαίτηση της καθ’ ης εξαιτίας των παραπάνω παρανόμων χρεώσεων δεν θα ήταν ανεκκαθάριστη, αν η διαταγή πληρωμής είχε εκδοθεί με αντίγραφα των μηνιαίων λογαριασμών, στους οποίους αναγράφονται λεπτομερώς οι χρεώσεις και πιστώσεις και το ύψος του επιτοκίου, καθώς τότε η ανακόπτουσα θα μπορούσε με τα στοιχεία αυτά, να προτείνει, υπολογίζοντας η ίδια κατά μήνα λεπτομερώς το ύψος της απαίτησης χωρίς αυτές τις παράνομες χρεώσεις, τη διαφορά, ως ποσό μείωσης της απαίτησης, προβάλλοντας με πληρότητα κατά της απαίτησης ουσιαστικές ενστάσεις, απορριπτόμενης κατ’ αυτόν τον τρόπο της σχετικής ενστάσεως της καθ’ ης περί αοριστίας ως προς τα προσβαλλόμενα κονδύλια. Τη δυνατότητα όμως αυτή στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει η ανακόπτουσα με βάση τα έγγραφα που εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και βρίσκονται στο φάκελο της διαταγής πληρωμής. Ενόψει των ανωτέρω, η διαταγή πληρωμής εξεδόθη για απαίτηση μη εκκαθαρισμένη και ως εκ τούτου κρίθηκε ότι πρέπει να ακυρωθεί.»