2108824000

 

 

Υπ’ αριθμ. 706/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών Διάσωση κύριας και εξοχικής κατοικίας. Απόρριψη ένστασης απαραδέκτου λόγω προγενέστερης ημερομηνίας της υπεύθυνης δήλωσης

Η αιτούσα είναι 58 ετών και διαζευγμένη από τον σύζυγό της, με τον οποίο απέκτησαν ένα ενήλικο τέκνο 34 ετών σήμερα. Είναι συνταξιούχος από την 1-5-2013 του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ με προσωρινή σύνταξη ύψους 628,08 ευρώ, ποσό το οποίο απομένει κατόπιν παρακράτησης ποσού 228,44 ευρώ μηνιαίως για εξαγορά πλασματικού χρόνου ασφάλισης. Για χρονικό διάστημα τριών ετών εργαζόταν με την ιδιότητα του σελιδοποιού – γραφίστα με μηνιαίες μικτές αποδοχές 1.445 ευρώ. Ωστόσο, απολύθηκε χωρίς να της καταβληθεί το οφειλόμενο προς αυτή ποσό της αποζημίωσης.

Περαιτέρω, πάσχει από χρόνια αποφρακτική πενυμονοπάθεια με βρογχεκτασία βαριάς μορφής (συχνές κρίσεις δύσπνοιας και έντονος βήχας), χρησιμοποιεί δε καθημερινά νεφελοποιητή για φαρμακευτική αγωγή και επιβάλλεται η παρακολούθηση από πνευμονολόγο κάθε μήνα.

Ο υιός της το έτος 2011 ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα οδηγώντας τη μοτοσικλέτα του και υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κάταγμα δεξιού βραχίονα, νοσηλεύθηκε δε για διάστημα 11 ημερών σε νοσοκομείο και την παρούσα χρονική περίοδο διαμένει μαζί της, ενώ αυτή τον συντηρεί, καθώς ο ίδιος αναζητεί εργασία.

Διαμένουν σε διαμέρισμα πρώτου ορόφου, στο Δήμο Αθηναίων, επιφάνειας 71,00 τ.μ. και κατασκευασθέν το έτος 1966, το οποίο της ανήκει κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα και η αντικειμενική του αξία ανέρχεται σε 44.304 ευρώ.  

Πέραν αυτού του περιουσιακού στοιχείου, η αιτούσα έχει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητά της μία ισόγεια οικία συνολικής επιφάνειας 40 τ.μ., εντός οικισμού στο Δήμο Βοϊών του νομού Λακωνίας, αντικειμενικής αξίας 10.491,06 ευρώ. Ενόψει του είδους του ακινήτου αυτού, καθώς και της μικρής εμπορικής του αξίας, δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο, γιατί δεν πρόκειται αφενός να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον και αφετέρου να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση της πιστώτριας, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ) και γι αυτό το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η εκποίησή του.

Η αιτούσα έχει συνολικές οφειλές ανερχόμενες στο ποσό των 68.165,29 ευρώ.

Το δικαστήριο έκρινε ότι  λόγω της υπερχρέωσής της από τα δάνεια και της σημαντικής μείωσης του εισοδήματός της, και προκειμένου να καλύψει τις βιοτικές ανάγκες της, έπαυσε τα τέλη του έτους 2010 την εξυπηρέτηση των οφειλών της. Η αρνητική σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών της κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον λόγω της οικονομικής κρίσης της χώρας, καθώς και των συνεχώς αυξανόμενων δανειακών της υποχρεώσεων εξαιτίας της επιβάρυνσής των δανείων με τόκους υπερημερίας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταπεξέλθει στην πληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών της. Με βάση τα προλεχθέντα, και με δεδομένο ότι η αιτούσα έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία να πληρώσει  τις χρηματικές της οφειλές προς την πιστώτριά της, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010. Ο μη δόλος της αιτούσας ερείδεται στο ότι το μηνιαίο εισόδημά της μειώθηκε σημαντικά σε σχέση με αυτό των προηγούμενων ετών, ενόψει και του γεγονότος ότι τα επίδικα δάνεια συνήφθησαν σε χρόνους που η αιτούσα είχε σταθερή εργασία και σταθερό εισόδημα, ήτοι βάσιμα ήλπιζε και προσδοκούσε ότι θα μπορούσε να αποπληρώσει τα χρέη της, μη δυνάμενη να προβλέψει τα ως άνω γεγονότα, τα οποία ήταν αυτά που εν τέλει την οδήγησαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής  των μηνιαίων δόσεων των χρεών της.

 

Συνεπώς, κρίθηκε ότι πρέπει να ορισθούν μικρές μηνιαίες καταβολές προς την πιστώτρια ύψους 60 ευρώ μηνιαίως και συγχρόνως μετά από 18 μήνες νέα δικάσιμος, προκειμένου να ελεγχθεί τυχόν μεταβολή (βελτίωση) του εισοδήματός της αιτούσας με την έκδοση απόφασης χορήγησης σε αυτήν οριστικής σύνταξης και να οριστούν ενδεχομένως μεγαλύτερες μηνιαίες καταβολές.

Επιπλέον, προκειμένου να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία της από τη ρευστοποίηση της περιουσίας της, θα πρέπει να αποπληρώσει το ποσό των 35.443,20 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής αξίας,  και να απαλλαγεί της πληρωμής του εναπομείναντος ποσού. Πλην όμως η έναρξη και η διάρκεια της περιόδου εξόφλησης του ποσού αυτού, καθώς και το επιβαλλόμενο επιτόκιο θα καθοριστούν με την απόφαση του Δικαστηρίου κατά τη νέα δικάσιμο, αφού ληφθεί υπόψη η τότε οικονομική  - εισοδηματική κατάσταση της αιτούσας.