2108824000

 

 

Υπ’ αριθμ. 197/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας. Διάσωση κύριας,εξοχικής κατοικίας και ενός μικρού διαμερίσματος με διαγραφή ποσού 50.196,82 ευρώ (ποσοστό διαγραφής 41,48%.)

Ο αιτών είναι 70 ετών συνταξιούχος με μέσο μηνιαίο εισόδημα ύψους 1.395,38 ευρώ. Είναι παντρεμένος και η σύζυγός του δεν διαθέτει εισόδημα, ενώ επιπλέον πάσχει από ανεπάρκεια μιτροειδούς και χρόνια κολπική μαρμαρυγή. Έχει δύο ενήλικα παιδιά τα οποία δεν είναι σε θέση να βοηθήσουν τον αιτούντα. Το μηνιαίο κόστος διαβίωσής του εκτιμάται στο ποσό των 1.195,38 ευρώ, ποσό το οποίο το Δικαστήριο θεωρεί εύλογο για την κάλυψη των μηνιαίων αναγκών τους. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι το εισόδημα του αιτούντος έχει υποστεί μεγάλη μείωση τα τελευταία έτη. Συγκεκριμένα, το οικονομικό έτος 2009 ο αιτών είχε ετήσια μικτά έσοδα 84.668,35 ευρώ, δηλαδή ελάμβανε μηνιαίως το ποσό των 7.055,70 ευρώ μικτά συμπεριλαμβανομένων και των δώρων και επιδομάτων. Το οικονομικό έτος 2010 είχε ετήσια μικτά έσοδα 72.583,08 ευρώ, δηλαδή ελάμβανε μηνιαίως το ποσό των 6.048,59 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των δώρων και επιδομάτων. Το οικονομικό έτος 2011 είχε ετήσια μικτά έσοδα 45.455,86 ευρώ, δηλαδή ελάμβανε μηνιαίως το ποσό των 3.787,99 ευρώ μικτά ανά μήνα. Τέλος, το οικονομικό έτος 2012 είχε ετήσια έσοδα 30.375,06 ευρώ, δηλαδή ελάμβανε μηνιαίως το ποσό των2.531,26 ευρώ μικτά ανά μήνα, ενώ σήμερα το μοναδικό εισόδημά του είναι η σύνταξή του, που ανέρχεται στο ποσό των 1.395,38 ευρώ. Από τα ως άνω συνάγεται ότι ο αιτών όταν προέβη στη σύναψη δανείων μπορούσε να τα εξυπηρετήσει και κατέβαλλε κανονικά τις οφειλές του μέχρι και το 2012. Με την συρρίκνωση του εισοδήματός του, κατέστη αδύνατη η εξυπηρέτηση των οφειλών του, δεδομένου ότι το ποσό που καλείται να καταβάλλει μηνιαίως ανέρχεται σε 2.400 ευρώ. Ο αιτών έχει την κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου με τη σύζυγό του ενός διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου, έτους κατασκευής 1994 συνολικής επιφάνειας 132,70 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη Ν. Σμύρνη Αττικής, αντικειμενικής αξίας του ποσοστού συνιδιοκτησίας 98.034,06 ευρώ. Το διαμέρισμα αγοράστηκε προκειμένου να αποτελέσει την κύρια κατοικία του ιδίου και της συζύγου του το 1997 με στεγαστικό δάνειο, το οποίο εξόφλησε πλήρως το 2002.

Περαιτέρω, έχει στην κυριότητά του 1) μία μονοκατοικία έτους κατασκευής το 1985 επιφάνειας κυρίων χώρων 104,40 τ.μ. και βοηθητικών χώρων 24,30 τ.μ., εκτιμώμενης εμπορικής αξίας 13.000 ευρώ, 2) μία παλιά ακατοίκητη ετοιμόρροπη πλινθόκτιστη ισόγεια κατοικία έτους κατασκευής 1938, επιφανείας κυρίων χώρων 73 τ.μ., βοηθητικών χώρων 7 τ.μ. σε ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου 50%, εμπορικής αξίας 55.000 ευρώ, 3) ένα διαμέρισμα γκαρσονιέρα υπογείου ορόφου, έτους κατασκευής 1969, επιφανείας 32 τ.μ, που βρίσκεται στην Αθήνα, σε ποσοστό συνιδιοκτησίας 50% εξ αδιαιρέτου, εμπορικής αξίας 5.000 ευρώ. Το ακίνητο αυτό απέκτησε εξ αδιαιρέτου με τον αδερφό του από γονική παροχή της θανούσης μητέρας του.

Ακόμη, έχει στην κυριότητά του α) ένα αυτοκίνητο μάρκας Mercedes  τύπου C200, έτους πρώτης κυκλοφορίας 2005, κυβικών 1796, εμπορικής αξίας του ποσοστόύ 50% 3.000 ευρώ και β) ένα αυτοκίνητο μάρκας Fiat  τύπου Stilo, έτους πρώτης κκυκλοφορίας 2004, κυβικών 1368, εμπορικής αξίας του ποσοστού συνιδιοκτησίας 40% 600 ευρώ.

Οι προς ρύθμιση οφειλές του αιτούντος δεν έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης, ούτε προέρχονται από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο ή από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους ΟΤΑ, τέλη προς ΝΠΔΔ ή εισφορές σε οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. Μέχρι δε και τις αρχές του 2013 ο αιτών εξυπηρετούσε κανονικά τα χρέη του προς τις πιστώτριές του. Όμως, από το χρονικό σημείο εκείνο και μετά, λόγω της μείωσης του μισθού του και της συνταξιοδότησής του, καθώς και της γενικότερης οικονομικής κρίσης που πλήττει το τελευταίο διάστημα τα νοικοκυριά, τους αυξημένους φόρους, τα υψηλά επιτόκια των πιστωτικών καρτών των Τραπεζών, έγιναν αιτία να μην μπορεί να εξυπηρετήσει πλέον τις οφειλές του, με συνέπεια να έχει ήδη περιέλθει σε πλήρη αδυναμία εκπληρώσεως αυτών, χωρίς υπαιτιότητά του. Επομένως και η ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος πρέπει να απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη. Από τα παραπάνω στοιχεία κρίνεται ότι ο αιτών έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, συνολικού ύψους 121.020,22 ευρώ.

Το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που προέβαλαν οι πιστώτριες τράπεζες, καθώς κατά την κρίση του η απαγόρευση της άσκησης του δικαιώματος που ορίζει το άρθρο 281 Α.Κ. με τους όρους που αυτό προβλέπει είναι απαράδεκτη μόνο για δικαίωμα το οποίο απορρέει από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και όχι από δικονομικές διατάξεις.

Επιπλέον, απέρριψε τον ισχυρισμό ότι ο αιτών εκ δόλου περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής διότι προέβη στη σύναψη πολλών καταναλωτικών συμβάσεων χωρίς να είναι σε θέση να τα εξοφλήσει καθότι αδυνατούσε από την αρχή να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις ως αόριστο, διότι δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από τον δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους δανειστές. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, οι πιστώτριες δεν εξειδίκευσαν τις συγκεκριμένες ενέργειες με τις οποίες ο αιτών απέκρυψε από τους πιστωτές την οικονομική του κατάσταση και το σύνολο των δανειακών του υποχρεώσεων, προκειμένου να τύχει περαιτέρω δανεισμού, δεδομένου ότι οι πιστωτές (τράπεζες) εν προκειμένω έχουν την δυνατότητα να εξακριβώσουν την οικονομική συμπεριφορά και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις των υποψήφιων πελατών τους.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι στα πλαίσια της ρύθμισης αυτής του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και λαμβανομένου υπόψη και του υποχρεωτικού ορισμού καταβολών για τη διάσωση της κατοικίας του αιτούντος ποσού μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας, μπορεί να καταβάλλει συνολικά στους πιστωτές του το ποσό των 200 ευρώ κάθε μήνα για χρονικό διάστημα 5 ετών. Έτσι, συνολικά θα έχει καταβάλλει σε όλες τις πιστώτριες το ποσό των 12.003 ευρώ.

Η παραπάνω ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2 του νόμου θα συνδυαστεί με αυτή του άρθρου 9 παρ. 1, με την εκποίηση δηλαδή του υπ’ αριθ. 3 περιουσιακού του στοιχείου, για το οποίο δήλωσε στην επ’ ακροατηρίω διαδικασία ότι προτίθεται να ρευστοποιήσει, ήτοι μια παλαιά ακατοίκητη πλινθόκτιστη ισόγεια μονοκατοικία έτους κατασκευής 1938, επιφάνειας κυρίων χώρων 73 τ.μ., βοηθητικών χώρων, ευρισκόμενη στην Ηλιούπολη Αττικής, της οποίας είναι κύριος σε ποσοστό συνιδιοκτησίας 50% εξ αδιαιρέτου, αντικειμενικής αξίας 85.518 ευρώ. 

Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα ως άνω περιουσιακά του στοιχεία, ήτοι η εξοχική κατοικία και το υπόγειο διαμέρισμα στην Αθήνα, ενόψει της μικρής εμπορικής τους αξίας, δεν κρίνονται πρόσφορα προς εκποίηση, γιατί δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και να αποφέρουν κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών του, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ), γι αυτό και κρίθηκε ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η ρευστοποίησή τους κατά το άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3869/2010.

Οι παραπάνω δύο ρυθμίσεις θα συνδυαστούν με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 ν. 3869/2010, εφόσον με το αναμενόμενο προϊόν της εκποίησης του ως άνω περιουσιακού στοιχείου και τις καταβολές επί πενταετία των ρυθμίσεων αυτών δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών του αιτούντος και προβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της κατοικίας του από την εκποίηση, μετά το οποίο είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο. Η υποχρέωση του αιτούντος για καταβολή του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του, προκειμένου να τη διασώσει, προκύπτει σαφώς από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει, η οποία εισάγει μεν ευνοϊκή ρύθμιση υπέρ του οφειλέτη, αφού του παρέχει τη δυνατότητα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση, που μπορούσε να διαταχθεί από το Δικαστήριο σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δοθέντος ότι αποτελεί ρευστοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο, πλην όμως, του επιβάλλει, προκειμένου να πετύχει την εξαίρεση, την πρόσθετη υποχρέωση να καταβάλλει το 80% της αντικειμενικής της αξίας. Έτσι, με βάσει τη ρύθμιση αυτή το Δικαστήριο καλείται να προβεί ουσιαστικά σε αναδιάρθρωση των υπόλοιπων χρεών του οφειλέτη, που δεν θα ικανοποιηθούν  από τις καταβολές επί πενταετία αρθρ. 8 παρ. 2 προς όλους τους πιστωτές του, επιβάλλοντας σε αυτόν την εξυπηρέτηση ενός πρόσθετου χρέους που αποτελείται από το σύνολο των παλαιών χρεών του. Με βάση, λοιπόν, τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2, εφόσον μεν τα υπόλοιπα των χρεών του οφειλέτη μετά τις καταβολές της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 υπερβαίνουν το ποσό του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση επιβάλλοντας του πρόσθετο χρέος για την εξόφληση του υπολοίπου των χρεών με την τήρηση της ρύθμισης. Εφόσον δε τα υπόλοιπα των χρεών του είναι μικρότερα του 80% θα υποχρεωθεί σε καταβολές μέχρι την εξάντληση του ποσού αυτού.

Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα ξεκινήσει πέντε χρόνια μετά τη δημοσίευση της απόφασης, ο δε χρόνος εξόφλησής του πρέπει να οριστεί σε δέκα χρόνια (120 μηνιαίες δόσεις) ποσού 490,17 ευρώ η κάθε μηνιαία δόση, λαμβανομένης υπόψη της μεγάλης ηλικίας του αιτούντος, του συνόλου των χρεών του και της οικονομικής του δυνατότητας, καθώς και του γεγονότος ότι από την εκποίηση του ως άνω περιουσιακού στοιχείου υπάρχουν βάσιμες ελπίδες ότι θα μπορέσει να αποπληρώσει τις οφειλές του.

Συνοψίζοντας, ο αιτών οφείλει το συνολικό ποσό των 121.020,22 ευρώ. Από αυτό θα καταβάλλει σε χρονικό διάστημα 15 ετών το ποσό των 70.823,40 ευρώ, ήτοι θα απαλλαχθεί για το ποσό των 50.196,82 ευρώ, ώστε διαγράφεται το 41,48% της οφειλής του.